Οι Καναδοί επιστήμονες που την πραγματοποίησαν λένε πως παρότι η συγκεκριμένη διατροφική διαταραχή θεωρείται γυναικείο πρόβλημα, τουλάχιστον ένας στους δέκα πάσχοντες από αυτήν είναι άντρας.

Επειδή, όμως, η διάγνωση γίνεται με τα κριτήρια που έχουν καταρτιστεί έπειτα από μελέτες σε γυναίκες, είναι πιθανό να πάσχουν πολλοί περισσότεροι, δίχως να το ξέρουν.

«Το όλο θέμα δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς στους άντρες και έτσι δεν ξέρουμε καν αν τα συμπτώματα που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωσή τους, είναι κατάλληλα γι’ αυτούς», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Ντομινίκ Μεγιέρ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ.

Γι’ αυτό τον λόγο, η δρ Μεγιέρ και οι συνεργάτες της αποφάσισαν να εξετάσουν συνδυαστικά 24 μελέτες για τη νευρογενή ανορεξία που διεξήχθησαν σε Ευρώπη και Αμερική την περίοδο 1994-2011.

Στις μελέτες αυτές είχαν συμπεριλάβει συνολικά και 279 άνδρες πάσχοντες από τη νόσο, οι οποίοι είχαν ηλικία 11 έως 36 ετών και είχαν νοσηλευθεί εξαιτίας σοβαρού υποσιτισμού.

Το σχεδόν 25% των ανδρών αυτών είχαν ερωτηθεί για τις απόψεις τους γύρω από το βάρος τους. Σχεδόν οι μισοί από αυτούς είχαν απαντήσει ότι φοβούνται να μην παχύνουν και άλλοι τόσοι είχαν πει ότι είναι δυσαρεστημένοι από το νυν βάρος τους και προσπαθούν να αδυνατίσουν.

Από το 34% των ασθενών που είχαν ερωτηθεί για την εικόνα του σώματός τους, τα δύο τρίτα είπαν ότι είναι δυσαρεστημένοι με αυτήν, επειδή θα ήθελαν να είχαν πολύ περισσότερη μυϊκή μάζα και λιγότερο σωματικό λίπος.

Από το 24% των οποίων είχε αξιολογηθεί η ψυχική κατάσταση, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις έπασχαν από κατάθλιψη, το 18% από κάποια μορφή ψυχαναγκαστικής διαταραχής, ενώ πάνω από το 11% έκαναν λήψη ουσιών.

«Τα ευρήματα αυτά εγείρουν ερωτηματικά για τις αιτίες και τη δυνητική θεραπεία της νευρογενούς ανορεξίας στους άντρες», είπε η δρ Μεγιέρ.

«Μπορεί στις γυναίκες ο στόχος να είναι το ολοένα πιο αδύνατο σώμα, αλλά στους άντρες ο στόχος φαίνεται πως είναι να αποκτήσουν τέλειους μυς – και αυτό δεν επιτυγχάνεται με το αδυνάτισμα».

Επομένως, «ως φαίνεται συμβαίνουν πολύ περισσότερα σε αυτούς απ’ όσα έως τώρα έχουμε αξιολογήσει», πρόσθεσε.

Η νέα μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Neuropsychiatry of Childhood and Adolescence».

Πηγή: tanea.gr