Αλλάζοντας απλά τον χρόνο κατανάλωσης του πρωινού και βραδινού γεύματος λένε οι επιστήμονες

Μικρές αλλαγές στην ώρα κατανάλωσης του πρωινού και του δείπνου μπορούν να μειώσουν το σωματικό λίπος, σύμφωνα με πιλοτική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Journal of Nutritional Sciences.

Επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου του Σάρρεϊ, με επικεφαλής τον Δρ Τζοναθαν Τζονστον, κατά τη διάρκεια ενός προγράμματος δέκα εβδομάδων όπου γινόταν σίτιση βάσει αυστηρού χρονοπρογραμματισμού, μελέτησε την επίδραση της αλλαγής του χρόνου κατανάλωσης των γευμάτων στη διατροφική πρόσληψη, τη σωματική σύσταση και τους αιματολογικούς παράγοντες κινδύνου για διαβήτη και καρδιακή νόσο.

Οι συμμετέχοντες είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες: η μια ομάδα έπρεπε να καθυστερεί κατά 90 λεπτά το πρωινό γεύμα και να τρώει 90 νωρίτερα το βραδινό, και η άλλη ομάδα δεν είχε αλλαγές ως προς την ώρα σίτισης (ομάδα ελέγχου).

Οι ερευνητές επίσης συγκέντρωναν δείγματα αίματος και τα διατροφικά ημερολόγια των ατόμων πριν και κατά τη διάρκεια των 10 εβδομάδων της παρέμβασης, καθώς και ένα τελικό ερωτηματολόγιο μετά την ολοκλήρωση της μελέτης.

Να σημειωθεί ότι οι συμμετέχοντες δεν είχαν εντολή να περιορίσουν τη διατροφή τους και μπορούσαν να τρώνε ελεύθερα, χωρίς όμως ακρότητες. Στόχος ήταν το διατροφικό πλάνο να είναι εύκολα υλοποιήσιμο στην καθημερινότητα του καθενός.

Από την επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι, όσοι είχαν αλλάξει τον χρόνο του πρωινού και του δείπνου έχασαν κατά μέσο όρο διπλάσιο ποσοστό σωματικού λίπους από την ομάδα ελέγχου.

Επίσης αν και δεν υπήρχαν διατροφικοί περιορισμοί, οι ερευνητές παρατήρησαν ακόμα ότι όσοι είχαν αλλάξει τον χρόνο κατανάλωσης των γευμάτων γενικότερα έτρωγαν λιγότερη ποσότητα τροφής από την ομάδα ελέγχου. Αυτό φάνηκε και στα διατροφικά ερωτηματολόγια που απάντησαν αφού το 57% ανέφερε μειωμένη κατανάλωση τροφής είτε λόγω μειωμένης όρεξης, λιγότερων ευκαιριών για φαγητό ή μείωση των σνακ.

Ακόμα οι συμμετέχοντες δήλωσαν σε ποσοστό 57% ότι δεν θα μπορούσαν να τηρήσουν το διατροφικό πρόγραμμα ως προς τους χρονικούς περιορισμούς πέραν των δέκα εβδομάδων της μελέτης, λόγω ασυμβατότητας με την κοινωνική και οικογενειακή τους ζωή. Υπήρχε όμως και ένα 43% που δήλωσε ότι θα συνεχίσει να τρώει με χρονοπρογραμματισμό αν υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία.

Πηγή: in.gr